Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Ζήτω η ιδιωτική πρωτοβουλία!



Η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα αποτελεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο οξύτατων κριτικών και σφοδρής πολεμικής. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι πλέον μόνο «ρετιρέ», «συντεχνίες» και «προνομιούχοι»… Είναι «περιττοί και τεμπέληδες», κύριοι υπεύθυνοι των κρατικών ελλειμμάτων και των ταλαιπωριών που υφίστανται οι πολίτες από τις κρατικές υπηρεσίες.

Κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οικονομολόγοι, αναλυτές, εκπρόσωποι των «παραγωγικών τάξεων» και πληρωμένοι κονδυλοφόροι της …πρετεντέρειας και πάσχουσας δημοσιογραφίας, ικανοποιημένοι προφανώς από  τη δική τους σκληρή εργασία και κοινωνική προσφορά, υποστηρίζουν παντοιοτρόπως τη νέα «εθνική ανακάλυψη»: Ο δημόσιος τομέας είναι υπερτροφικός και παρασιτικός και οι εργαζόμενοι σ’ αυτόν αντιπαραγωγικοί και άχρηστοι.

Ακόμη και οι «αριστεροί της ευθύνης»  που ανάνηψαν πρόσφατα από το αριστερό τους παρελθόν, χειραφετημένοι πλέον, γοητεύονται από την μαγεία του «ιδιωτικού» και απαξιώνουν την απασχόληση στο Δημόσιο ως ταυτόσημη με την δουλικότητα και τη μιζέρια. Προτείνουν την κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων βαφτίζοντάς την …διαθεσιμότητα και κινητικότητα! Και, βέβαια, ο μόνος κλάδος του δημόσιου τομέα που ξεφεύγει από το εικονοκλαστικό τους  νυστέρι είναι η Αστυνομία!

Σε κλοιό, λοιπόν, οι δημόσιοι υπάλληλοι. Σε κλοιό μέτρων καταργούν κατακτήσεις δεκαετιών, όπως η μονιμότητα, τα ενιαία κριτήρια αξιολόγησης και προαγωγής, οι αναγνωρισμένες προϋπηρεσίες και τα επιδόματα. Σε κλοιό συκοφαντιών και προκαταλήψεων, στοιχείων και στατιστικών εγκυρότητας αντίστοιχης μ’ αυτήν των κόμικς της παιδικής μας ηλικίας, που προσπαθούν να τους απομονώσουν από τους υπόλοιπους εργαζόμενους και να τους «προσαρμόσουν» στα νέα δεδομένα.

Η νεοφιλελεύθερη μνημονιακή Ελλάδα ταξιδεύει στον αστερισμό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ελεύθερης αγοράς. Και η κοινωνικοπρονοιακή πλευρά του κράτους αποτελεί περιττή αποσκευή. Με την κατασταλτική πλευρά του, βεβαίως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Γι’ αυτό κυρίως οι δημόσιοι υπάλληλοι συκοφαντούνται και διώκονται.

Γι’ αυτό, ενώ είναι δεδομένο ότι πληρώνουν κανονικότατα τους φόρους τους στο κράτος και τις εισφορές τους στα ασφαλιστικά ταμεία, κατηγορούνται ως υπεύθυνοι για τα ελλείμματα!

Γ’ αυτό, ενώ κατηγορούνται ότι δεν δουλεύουν και είναι περιττοί, όταν απεργούν καταγγέλλονται ότι προκαλούν χάος και ότι εξαιτίας της απεργίας τους παραλύει η κοινωνική ζωή!

Γι’ αυτό, ενώ απολύονται χιλιάδες εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, καταγγέλλονται οι δημόσιοι υπάλληλοι, επειδή έχουν κατακτήσει αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο για κάθε μισθωτό: Να υπάρχουν κανόνες που να ορίζουν πότε και πώς οι εργοδότες μπορούν να απολύουν.

Ο δημόσιος τομέας πρέπει, λέει, να μειωθεί. Εφευρίσκονται λοιπόν ποικίλα ιδεολογήματα και ανοησίες. Από το ότι τα Πανεπιστήμια και τα Νοσοκομεία πρέπει να λειτουργούν με τα κριτήρια της ελεύθερης αγοράς, μέχρι το ότι για τα ελλείμματα των ασφαλιστικών ταμείων ευθύνονται οι ασφαλισμένοι κι οι συνταξιούχοι και όχι το ότι οι εργοδότες (ιδιώτες και δημόσιο) χρωστάνε στο ΙΚΑ δισεκατομμύρια ευρώ.

Ο κρατισμός πέθανε… Ζήτω η ιδιωτική πρωτοβουλία!

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Είθισται ν' αγαπάμε τους ποιητές



Γιατί αγαπάμε τους ποιητές; Πόση σημασία μπορεί να έχει για τον καθένα μας η ζωή ενός ανθρώπου με τον οποίο δεν σφίξαμε τα χέρια ποτέ; Τι το ξεχωριστό έχουν οι ποιητές;

Σκαλίζεις τη μνήμη σου και θυμάσαι πως χρόνια πριν, τ’ ατέλειωτα βράδια του χειμώνα και τις μεγάλες νύχτες του καλοκαιριού, ένας παππούς, μια γιαγιά, η μάνα ή ο πατέρας έλεγαν παραμύθια: «Κόκκινη κλωστή δεμένη» και να το παλικάρι που πηδούσε απ’ τ’ άλογο να πάει να βρει τ’ αθάνατο νερό.  Και να ο νέος που έλιωνε εφτά ζευγάρια σιδερένια παπούτσια μέχρι να ξαναβρεί την αγαπημένη του. Και να οι νεράϊδες, τα ξωτικά, οι μάγισσες.
Κι όσο περνούσαν τα χρόνια κι εμείς μεγαλώναμε, τα παραμύθια λιγόστευαν κι οι παραμυθίες πολλαπλασιάζονταν. Γιατί στη ζωή μας είχαν πια μπει και κάτι ξένοι με παράξενα ονόματα, που μας γλύκαιναν την ψυχή. Κι έπειτα ήρθαν ο κυρ-Αλέξανδρος, ο κόντε-Διονύσιος, εκείνος ο θλιμμένος γέρων με τα διασιά φρύδια –εθνικό ποιητή τον έλεγαν κι αυτόν- τόσοι και τόσοι ακόμα, που ήταν πάντα κάτι σαν παππούδες μας, σαν συγγενείς μας. Κι όχι μόνον γιατί ευφραίναν τις καρδιές μας και μας παρηγορούσαν. Πάνω απ’ όλα, και κυρίως, γιατί μας άνοιγαν καινούργιους ορίζοντες.
 Έτσι, αυτοί οι άγνωστοι, αλλά τόσο δικοί μας άνθρωποι, μπήκαν μέσα στη ζωή και στα μυαλά μας. Συνέβαλαν κι αυτοί καθοριστικά στην διαμόρφωση του συστήματος αξιών μας, στην αύξηση της αντοχής μας, στην ενίσχυση της άμυνάς μας, στη θωράκιση των συναισθημάτων μας. Μέσα από τις γραμμένες από ’κείνους σελίδες μάθαμε τα ρήματα αγαπώ, παθιάζομαι, θέλω, επιμένω, αντιστέκομαι. Άλλοι άνθρωποι, άλλες πηγές, η ίδια η ζωή, η πολιτική και κομματική μας ένταξη, έφτιαχναν τον ιστό γύρω απ’ τον οποίο τυλιγόταν ο Λόγος του ποιητή. Καθόλου σαν επουσιώδες διακοσμητικό μα σαν αληθινό στολίδι.
Είναι, μετά απ’ όλα αυτά, εξηγήσιμη η φυσική αγάπη μας για τους ποιητές, που ποτέ ίσως δεν γνωρίσαμε, μα που πολύ καλά ξέρουμε μέσα απ’ το έργο τους. Αυτό το έργο μας περιμένει πάντα, φορώντας τα γιορτινά του, καμωμένο από τρυφερά χαμόγελα, μελαγχολικές γκριμάτσες, δάκρυα και λόγια –όχι πτερόεντα- και φορτωμένο με αγωνίες, όνειρα και ιδέες. 
Αν οι αντίπαλοί μας είθισται να δολοφονούν τους ποιητές, εμείς ας είθισται να τους ζούμε στους αιώνες των αιώνων.